Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Οι πεδιάδες των συναισθημάτων



Υπήρχαν πεδιάδες παντού. Σήκωνες το βλέμμα και τα χρώματα απ’ τα λουλούδια σταματούσαν στη γραμμή του ορίζοντα. Τόσα πολλά. Αμέτρητα τα θυμάμαι στη παιδική μου ηλικία.
Εκείνες οι καταιγίδες ερχόντουσαν κατά διαστήματα και έριχναν χαλάζι παντού. Θυμάμαι τα μάτια μου να στάζουν, να θλίβομαι και να κουλουριάζομαι. 

Άνοιγα τα μάτια μετά από λεπτά, ώρες, μέρες, μπορεί και μήνες και ως θαύμα ήταν όλα εκεί. Μαργαρίτες, τριαντάφυλλα, τουλίπες, ζέρμπερες, ήλιοι.. μανουσάκια. Τα χρώματα ήταν όλων των λογιών έντονα, ζωηρά, ζωντανά κάτω από τις ακτίνες του ήλιου και τα’ άστρα τ’ ουρανού σαν άπλωνε το πέπλο της η νύχτα.
Τα χάιδευα, τα μύριζα, τα έκανα αγκαλιές και ξάπλωνα κοντά τους. Τα καλλιεργούσα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ήτανε η ψυχή μου μοιρασμένη σε τρισεκατομμύρια λουλούδια.
Μεγαλώνοντας, ξέχασα να ρωτήσω για σπόρους. Που τους βρίσκει κανείς;
«Στους δίνουν οι άνθρωποι με την αγάπη τους και την ζεστασιά τους. Οι σπόροι είναι καρποί μιας δυνατής φιλίας, ενός μεγάλου έρωτα».  Έτσι μου είπαν. Δεν το αμφισβήτησα, δεν το έψαξα. Έτυχε να το διασταυρώσω στα μονοπάτια της ζωής.
Υπήρχαν άνθρωποι που λάτρευαν τα λουλούδια μου. Τα φύτευαν στα χωράφια τους, στις γλάστρες, παντού. Με θυμόντουσαν. Ερχόταν πίσω ένα καινούργιος ανθός κάποιες μέρες. Τον φύτευα στην έκσταση της ψυχής μου και ήλπιζα να ζήσει πριν πέσει το χαλάζι και μου τον εξαφανίσει.
Κατά καιρούς οι πεδιάδες μου ήταν χιονισμένες. Καθόμουνα σε μια σπηλιά, αποστασιοποιημένη και ανήμπορη μ’ ένα τσουβαλάκι σπόρους, χωρίς φωτιά ιδιαίτερα να καίει. Περίμενα με δάκρυα στα μάτια να έρθει η Άνοιξη. Ήμουνα μόνη. Οι άνθρωποι δεν με ήθελαν όταν δεν είχα λουλούδια.
Πάντα ερχόταν η Άνοιξη. Πάντα προσπαθούσα. Τόσα χρώματα πάλι, μέχρι τον ορίζονται.
Με θυμάσαι; Το κορίτσι με τις ανεμώνες, τις τουλίπες, τις ζέρμπερες, τα λίλιουμ. Όλα μοσχοβολούσαν.
Εγώ σε θυμάμαι. Η πεδιάδα σου είχε μόνο τριφύλλι. Ένα καταπράσινο τριφύλλι που έπνιγε όλο το χώμα. Δεν είχε τολμήσει τίποτα χρωματιστό να φυτρώσει χρόνια τώρα.
Κάτι έλαμψε. Ήθελα να είσαι δυνατή, γεμάτη χρώματα κι αυτοπεποίθηση. «Οι πεδιάδες θέλουν προσωπική δουλειά, δεν μπορείς να τις καλλιεργήσεις με κοτσάνια λουλουδιών».
Δεν θυμάμαι ποιος ήτανε. Δεν τον άκουσα. Άνθιζαν τα λουλούδια μου και κρατούσα τους σπόρους σ’ ένα χρυσό κουτί. Σ’ έπαιρνα από το χέρι και τους φυτεύαμε μαζί στις δικές σου πεδιάδες. Φαινόσουνα τόσο τρομαγμένη. Τόσο καλοσυνάτη, τόσο αγνή. Ένιωθα την λάμψη της ευτυχίας σου να με διαπερνά όταν βρισκόμασταν αγκαλιά στα λουλούδια σου. Σου έδωσα όλων των ειδών τους σπόρους, έτρεχα πρώτη να τα σκεπάσω στις καταιγίδες της ζωής σου. Έπαιρνα οξυγόνο απ’ την ανάσα σου.
Τα χρόνια περνούσαν και ζούσα τη ζωή σου χωρίς να βάζω δικά μου χρώματα. Είχα χάσει το δρόμο για τις πεδιάδες μου αλλά δεν τολμούσα να στο πω. Δεν ρώτησες ποτέ.
Παρατήρησα το άδειο σκισμένο πουγκί στις τσέπες μου. Ούτε ένας σπόρος. Αναρωτιόμουνα εάν περπατώντας στους δρόμους θα έβρισκα κανέναν. Δεν είχα τίποτα να ανταλλάξω, τίποτα να τάξω. Έμενα με μια ξερή ψυχή να ψάχνει για νερό και σπόρους. Κατέστρεψα τα λουλούδια μου.
Δεν με ρώτησες ποτέ. Σε βοήθησα να φτιάξεις την ψυχή σου και δεν με ρώτησες ποτέ που έβρισκα τη γνώση και τους σπόρους. Με κοιτούσες ώρες να τσαπίζω μ’ ένα ψάθινο καπέλο στις πεδιάδες σου. Δεν σ’ άφησα να λερώσεις τα χέρια σου.
Πως θα φροντίζεις τις πεδιάδες σου όταν πεθάνω; Δεν ήξερες πως είναι τα λουλούδια και στα έδειξα όλα. Βοηθούσες κατά καιρούς, τριγυρνούσες με το ποτιστήρι και μαζί με δύο στάλες νερό τούς άφηνες ένα χάδι.
Γιατί δεν σου είπα για τις πεδιάδες μου; Γιατί δεν με ρώτησες; Δεν έχω άλλα λουλούδια να φυτέψω. Τελείωσαν οι σπόροι. Είμαι άχρηστη για σένα.
Εγώ λιώνω για τις πεδιάδες σου και συ με βλέπεις σαν να είμαι το χαλάζι. Με κρατάς από απόσταση.
Κάποτε έκοψα λουλούδια ως τον ορίζονται και στα ‘δωσα στα χέρια να γεμίσεις τη ψυχή σου. 

Πρώτη δημοσίευση στο http://pinnews.gr 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η γνώμη σου μετράει...